Τελευταίες Ειδήσεις

Ανακοινωθέντα

26-10-2020 16:20

Ανακοίνωση Ελεγκτικής Υπηρεσίας σε σχέση με σημερινές δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με τη διεξαγωγή ελέγχου για παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας στο πλαίσιο του ΚΕΠ

Η Ελεγκτική Υπηρεσία, από τον Ιούλιο του 2019, είχε ενημερώσει την εκτελεστική εξουσία για την πρόθεσή της να ξεκινήσει έλεγχο επί του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος (ΚΕΠ) ζητώντας σχετικά στοιχεία και διαβιβάζοντας σχετική υπενθύμιση τον Σεπτέμβριο του 2019. Εν αναμονή των στοιχείων, το Υπουργικό Συμβούλιο, αποφάσισε τον Νοέμβριο του 2019 το διορισμό της τριμελούς Επιτροπής υπό την κα Καλογήρου. Με δεδομένη την Απόφαση αυτή του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίσαμε τότε να αναμένουμε την ολοκλήρωση του έργου της Επιτροπής προτού εξετάσουμε το ενδεχόμενο διεξαγωγής δικού μας ελέγχου. Θεωρούμε τούτο σημαντικό. Ο δικός μας έλεγχος δεν είχε ακόμη αρχίσει και, εν όψει του διορισμού της Ερευνητικής Επιτροπής, οι ίδιοι αποφασίσαμε να μεταθέσουμε τον έλεγχο μας, αν τελικά θα υπήρχε η ανάγκη διεξαγωγής του, για μετά το πέρας του έργου της Επιτροπής. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε αναβολή επ’ αόριστο.

Στις 28.8.2020, δηλαδή δέκα μήνες μετά το διορισμό της Επιτροπής υπό την κα Καλογήρου,και αφού προηγήθηκαντα δημοσιεύματα του τηλεοπτικού δικτύου Al Jazeera, εξαγγείλαμε δημόσια την πρόθεσή μας για έναρξη ελέγχου επί του ΚΕΠ. Στις 31.8.2020 συλλέξαμε τα πρώτα στοιχεία από το Υπουργείο Εσωτερικών. Ο έλεγχος μας είχε ήδη ξεκινήσει και προχωρούσε, ολοκληρώθηκε δε στις 14.9.2020.

Ο διορισμός από τον Γενικό Εισαγγελέα της τετραμελούς Ερευνητικής Επιτροπής έγινε στις 7.9.2020.

Με βάση τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, οι ερευνητικές επιτροπές που συστήνονται με βάση τον περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμο δεν συνιστούν δικαστικό ή πειθαρχικό σώμα. Πρόκειται για καθαρά ερευνητικό σώμα, με αποκλειστική αρμοδιότητα τη διερεύνηση του θέματος ή θεμάτων, τα οποία προσδιορίζονται στους όρους που διέπουν τη σύστασή του, και την υποβολή έκθεσης για τις διαπιστώσεις του σε αυτόν που το διορίζει. Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε τη χρησιμότητα μιας Ερευνητικής Επιτροπής ή το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να διορίσει τη συγκεκριμένη τετραμελή Επιτροπή.

Η μόνη μας διαφωνία με τον Γενικό Εισαγγελέα είναι στη θέση του πως, αφ’ ης στιγμής διοριστεί μία Ερευνητική Επιτροπή, τότε η εκτελεστική εξουσία οφείλει να μην παραδίδει στην Υπηρεσία μας στοιχεία για τη διεξαγωγή ελέγχου, ή/και ότι, καθ’ ων χρόνο διεξάγεται έρευνα από μία Ερευνητική Επιτροπή, αναστέλλεται η εκ του Συντάγματος εξουσία του Γενικού Ελεγκτή να διεξαγάγει τους δικούς του ελέγχους.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία, αν και σέβεται τη θέση αυτή του Γενικού Εισαγγελέα, δεν συμφωνεί με αυτήν, αφού θέτει το έργο και τις εξουσίες της Ερευνητικής Επιτροπής (που πηγάζουν από νόμο) υπεράνω του έργου και των εξουσιών της Ελεγκτικής Υπηρεσίας (που πηγάζουν από το Σύνταγμα). Εν πάση περιπτώσει, έχουμε κατ’ επανάληψη εκφράσει την άποψη ότι το έργο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και της Ερευνητικής Επιτροπής δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα, αλλά αντίθετα μπορεί να είναι συμπληρωματικά και να γίνονται χωρίς κανένα πρόβλημα παράλληλα και ταυτόχρονα. Υπενθυμίζουμε δε ότι κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας από την Ερευνητική Επιτροπή για το Συνεργατισμό υπό τον  κ. Γ. Αρέστη, η Υπηρεσία μας διεξήγαγε κανονικά τους δικούς της ελέγχους για τα θέματα του Συνεργατισμού, συνεργάστηκε άψογα με την Επιτροπή, κατέθεσε σε αυτή στοιχεία και την υποβοήθησε στο έργο της.

Η διαφωνία είναι συγκεκριμένη, δεν θεωρούμε δε ότι είναι κακό, αλλά αντίθετα υγιές, να εγείρονται τέτοιες διαφωνίες μεταξύ κρατικών αξιωματούχων, που πολλές φορές επιλύονται από το Ανώτατο Δικαστήριο. 

Η Υπηρεσία μας ουδέποτε κάλεσε την εκτελεστική εξουσία να αγνοήσει γνωματεύσεις του νυν Γενικού Εισαγγελέα. Ακόμη και στην προχθεσινή ανακοίνωση μας είχαμε αναφέρει ότι, αφ’ ης στιγμής το Υπουργείο Εσωτερικών έχει στα χέρια του τη γνωμάτευσή του Γενικού Εισαγγελέα, ορθά την ακολούθησε μη παραδίδοντας μας τα πρωτογενή στοιχεία, ζητήσαμε δε μόνο φωτοαντίγραφα των στοιχείων αυτών.

Στις αναφορές του Γενικού Εισαγγελέα ως προς το θέμα της εμφάνισης λειτουργών μας στα ΜΜΕ, κατόπιν προσκλήσεων τους, έχει απαντήσει γραπτώς ο Γενικός Ελεγκτής στις 5.10.2020 και δεν θα σχολιάσουμε περαιτέρω. Θεωρώντας σημαντικό να διαφυλαχθούν οι διαπροσωπικές σχέσεις, δεν θα δώσουμε συνέχεια, για τον ίδιο δε λόγο αντιπαρερχόμαστε το ύφος και τον τόνο των αναφορών του Γενικού Εισαγγελέα. Αναμένουμε όμως από τον Γενικό Εισαγγελέα να σεβαστεί την Υπηρεσία μας και να αντιληφθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, αμφισβητούνται ή/και πλήττονται δύο εκ των οκτώ θεμελιωδών πυλώνων ανεξαρτησίας των Ανωτάτων Ελεγκτικών Ιδρυμάτων, όπως οι πυλώνες αυτοί έχουν διεθνώς, με δύο αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, αναγνωριστεί:

  • Η ελευθερία να αποφασίζει το ίδιο το Ανώτατο Ελεγκτικό Ίδρυμα το περιεχόμενο και τον χρόνο ετοιμασίας, έκδοσης και δημοσιοποίησης των εκθέσεων ελέγχου.
  • Η χωρίς περιορισμούς πρόσβαση στην πληροφόρηση.

Αποτελεί συνεπώς υποχρέωση μας να υπερασπιστούμε την ανεξαρτησία της Υπηρεσίας μας και τις αρχές που την διέπουν, με κάθε νόμιμο μέσο.

Τονίζουμε ξανά ότι θεωρούμε ως συνταγματική υποχρέωση, και όχι απλώς δικαίωμα μας, να ασκούμε τις καθοριζόμενες εξουσίες και αρμοδιότητες μας, χωρίς επηρεασμό και ανεξάρτητα από τα δικαιώματα άλλων ανεξάρτητων θεσμών και πολιτειακών αξιωματούχων να ασκούν τις δικές τους αρμοδιότητες, τις οποίες σεβόμαστε απόλυτα, την ίδια στιγμή που αναμένουμε και από αυτούς να σεβαστούν το γεγονός πως η Ελεγκτική Υπηρεσία είναι ανεξάρτητη και δεν βρίσκεται υπό την κηδεμονία κανενός.

Ο Γενικός Ελεγκτής απηύθυνε γραπτώς στις 5.10.2020 πρόσκληση στον Γενικό Εισαγγελέα για κατ’ ιδίαν συνάντηση. Χαιρετίζουμε συνεπώς την πρόθεση του να ανταποκριθεί στο αίτημα μας αυτό και ο Γενικός Ελεγκτής προσβλέπει σε μία τέτοια συνάντηση το συντομότερο δυνατό. Η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει μια μακρά συνεργασία με την Νομική Υπηρεσία, πρόθεση δε του Γενικού Ελεγκτή είναι η συνεργασία αυτή να συνεχιστεί, αφού αυτό επιβάλλει άλλωστε το δημόσιο συμφέρον, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος και των Νόμων και του αμοιβαίου σεβασμού.

(ΕΚ)