Τελευταίες Ειδήσεις

Ανακοινωθέντα

03-12-2020 19:25

Ομιλία Υπουργού Οικονομικών, κ. Κωνσταντίνου Πετρίδη στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κύπρου

Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για εμένα να απευθύνομαι στο σημερινό ακροατήριο. Το ακροατήριο της πανεπιστημιακής μας κοινότητας, των φοιτητών και των ακαδημαϊκών μας, που ως το εθνικό υπόβαθρο της επιστημονικότητας και του ορθολογισμού, θα πρέπει να αποτελεί την καθοριστική και κινητήρια δύναμη στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας μας.

Φίλες και φίλοι,

Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από την ανάληψη των καθηκόντων μου στο Υπουργείο Οικονομικών. Θυμάμαι ότι στην τελετή ανάληψης των καθηκόντων μου, αποχαιρετώντας τον τέως Υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη, του είπα ότι θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά τυχερό που αναλάμβανα τα ηνία του Υπουργείου σε συνθήκες σταθερότητας, ανάπτυξης, δημοσιονομικών πλεονασμάτων και φθίνουσας ανεργίας, και όχι σε συνθήκες κρίσης όπως όταν αναλάμβανε εκείνος τον Απρίλιο του 2013.

Δεν μεσολάβησαν παρά μόνο κάποιες βδομάδες, για να μετατραπεί η σταθερότητα σε  αστάθεια, η ισχυρή ανάπτυξη σε ύφεση, και τα πλεονάσματα σε ελλείμματα και να δούμε τη χώρα να εισέρχεται στην οικονομική δίνη αυτού που η ίδια η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη παγκόσμια ύφεση από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Μια κρίση βαθιά, αλλά και ασύγκριτα διαφορετική από όλες τις άλλες που είχαμε μέχρι τότε βιώσει. Τόσο το 2008 σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και το 2013 σε εθνικό επίπεδο. Άμεσα καθίστατο επιτακτική η ανάγκη διαμόρφωσης και άμεσης εφαρμογής, μιας εντελώς διαφορετικής πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης, σε σχέση με την πεπατημένη.

Γιατί όμως αυτή η κρίση ήταν διαφορετική;

Η οικονομική κρίση του 2008 άρχισε με κρίση στον τομέα των ακινήτων στις ΗΠΑ στον τραπεζικό τομέα και στις χρηματιστηριακές αγορές και εξαπλώθηκε με υστέρηση στην πραγματική οικονομία στον υπόλοιπο κόσμο.

Η οικονομική κρίση του 2013 ήταν μια ασύμμετρη κρίση που κτύπησε την Κύπρο και οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις παθογένειες της Κυπριακής οικονομίας. Η λειτουργία της οικονομίας όμως το 2013 δεν είχε διακοπεί, ενώ ο τουρισμός σημείωνε ρεκόρ αφίξεων και εισοδημάτων.

Η κρίση της πανδημίας Covid19 είναι όντως πρωτόγνωρη. Μια συμμετρική κρίση τεραστίων διαστάσεων που παρά το ότι δεν οφείλεται στις παθογένειες της οικονομίας, οδήγησε στον απότομο και συνολικό τερματισμό των εργασιών της.

Η συνολική διακοπή μάλιστα της λειτουργίας της - της ζήτησης αλλά και της προσφοράς  - επιβλήθηκε δια νόμου, και όχι ως αποτέλεσμα των συνθηκών της ίδιας της αγοράς. Μια διακοπή που συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα και με διάφορες αλλαγές αναμένεται να συνεχιστεί τουλάχιστον μέχρι τον εμβολιασμό μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η έκβαση αυτής της οικονομικής κρίσης, καθορίζεται από παραμέτρους των θεμάτων υγείας και όχι από οικονομικά δεδομένα, κάτι που της προσδίδει μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Σε αυτά τα δεδομένα πρέπει να προσαρμόζεται με ευελιξία και προσαρμοστικότητα και η οικονομική διαχείριση.

Άρα και τα εργαλεία διαχείρισης αυτής της κρίσης, πρέπει να είναι – και είναι - εντελώς διαφορετικά από τα όπλα διαχείρισης των περασμένων κρίσεων. Τόσο σε επίπεδο δημοσιονομικής, όσο και νομισματικής πολιτικής.

Όσον αφορά το δημοσιονομικό εργαλείο, ενώ στην κρίση του 2013 η έξοδος από την κρίση προϋπόθεται μείωση των δαπανών ούτως ώστε μέσω της δημιουργίας πλεονασμάτων τα δημόσια οικονομικά να τίθεντο σε βιώσιμη πορεία,  η κρίση της πανδημίας χρησιμοποίησε τα βιώσιμα πλέον δημόσια οικονομικά ως το κύριο εργαλείο διαχείρισης της κρίσης, μέσω της ανάληψης του κλασσικού τους κατ’ εμένα ρόλου. Αυτό του αυτόματου σταθεροποιητή, που στην περίπτωση απότομης καθοδικής διακύμανσης στον οικονομικό κύκλο σταθεροποιεί το επίπεδο της συνολικής ζήτησης μέσω της διατήρησης του εισοδήματος των ατόμων που πλήττονται, διατηρώντας και τη σχέση εργασίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη για να μην απαξιωθεί το ανθρώπινο δυναμικό μέσω της ανεργίας. Για πρώτη φορά επίσης, το δημοσιονομικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε σε τέτοια έκταση εκτάκτως, για να προστατεύσει τη δημόσια υγεία.

Σε αντίθεση λοιπόν με το 2013, η σημερινή κρίση προϋποθέτει μια άνευ προηγουμένου κρατική παρέμβαση.  

Σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής, θεωρώ επίσης τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ιδιαίτερα καταλυτικές μέσω των ειδικών ρυθμίσεων που μεταφράστηκαν σε πολιτικές όπως για παράδειγμα η αναστολή δόσεων, προσωρινές χαλαρώσεις στην κεφαλαιουχική επάρκεια, κλπ.

Τόσο στην κρίση του 2008, όσο και στην κρίση του 2013, το τραπεζικό σύστημα αποτελούσε ένα από τα κύρια αίτια για τη δημιουργία της κρίσης. Σήμερα το τραπεζικό σύστημα παγκοσμίως, αλλά και στην Κύπρο και παρά τις προκλήσεις που συνεχίζει να αντιμετωπίζει, καλείται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διάσωση των οικονομιών, δια του ρόλου του ως financial intermediary.

Με αυτή τη φιλοσοφία και σε πλήρη συνεργασία με τον Κεντρικό Τραπεζίτη, διαμορφώσαμε και εφαρμόσαμε άμεσα ένα ολιστικό πρόγραμμα στήριξης της οικονομίας, το οποίο μέχρι σήμερα απαριθμεί πέραν των 120 μέτρων, και το οποίο αναθεωρείται από τον Μάρτη ανάλογα με την εξελικτική πορεία της πανδημίας. 

Τα μέχρι σήμερα δεδομένα, καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής στην οικονομική διαχείριση της κρίσης. Αυτό αποδεικνύεται και με την καλύτερη επίδοση της Κύπρου όσον αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης σε σχέση με τις πλείστες ευρωπαϊκές χώρες και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά και τις ασυγκρίτως καλύτερες επιδόσεις της σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές τουριστικές χώρες.  

Καταφέραμε να κρατήσουμε τις επιχειρήσεις σε παραγωγική διαδικασία, κάτι που αντανακλάται στο ότι, το τρίτο τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το δεύτερο, η μείωση του ΑΕΠ από το -12.3% περιορίστηκε στο -4.4%. Η στήριξη του κράτους συνείσφερε παράλληλα έμμεσα στην αύξηση της κατανάλωσης. Ο τομέας των ξενοδοχείων, ο οποίος το τρίτο και πιο σημαντικό για τον τουρισμό τρίμηνο είχε μείωση σε αφίξεις και έσοδα της τάξης του 80%, σημείωσε μείωση της συνεισφοράς στο ΑΕΠ του μόνο κατά 45%, κάτι που καταδεικνύει ότι η υποβοηθούμενη από την κυβερνητική πολιτική αύξηση στην εσωτερική ζήτηση κάλυψε σημαντικό μέρος της μείωσης της εξωτερικής ζήτησης. Οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών έχουν επίσης σημειώσει αύξηση λόγω των μέτρων στήριξης της Κυβέρνησης, κάτι που μας καθιστά συγκρατημένα αισιόδοξους όσον αφορά την ικανότητά τους για αποπληρωμή των δανείων που έτυχαν αναστολής των δόσεων.  

Η πανδημία φυσικά δεν έχει τελειώσει, και η κατάσταση στην οικονομία είναι δύσκολη. Εκμεταλλευόμαστε όλα τα ευρωπαϊκά εργαλεία αντιμετώπισης της κρίσης, στον καλύτερο δυνατό βαθμό. Δυστυχώς όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μια δημοσιονομική Ένωση και δεν υπάρχουν καθαρές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις ή «δωρεάν λεφτά» όπως είναι η αντίληψη κάποιων. Τα Ευρωπαϊκά κονδύλια τα αποπληρώνουμε είτε υπό τη μορφή συνεισφορών (όπως το Ταμείο Ανάκαμψης) είτε σε αποπληρωμές δανείων (όπως το SURE). Όσον αφορά την απορροφητικότητα από το Ταμείο Ανάκαμψης για το οποίο γίνεται πολλής λόγος, θα εξαρτηθεί και στην πολιτική διάθεση ψήφισης και εφαρμογής των δομικών μεταρρυθμίσεων που θα το συνοδεύουν ως προϋποθέσεις για την εκταμίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, απλά θα συνεισφέρουμε χωρίς να αντλήσουμε τα απαραίτητα κονδύλια.

Φίλες και φίλοι,

Από αυτή την αβέβαιη κρίση δεν θα βγούμε αλώβητοι. Τα μέτρα στήριξης της οικονομίας συνεχίζονται και αναθεωρούνται ταυτόχρονα με την αναθεώρηση της επιδημιολογικής εικόνας. Η απουσία όμως των μέτρων θα συνεπαγόταν με μια πολύ πιο βαθιά και πιο μακρά ύφεση από αυτή που βιώνουμε η οποία θα κυμαινόταν  κοντά στο 10% με τεράστιες συνέπειες στην αγορά εργασίας και θα δημιουργούσε μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα στην οικονομία. 

Οι πόροι όμως ενός κράτους είναι περιορισμένοι και πρέπει να βρίσκει τη χρυσή τομή μεταξύ των οικονομικών αντοχών και του παρεμβατισμού. Για να πολεμήσεις πρέπει να έχεις πυρομαχικά τα οποία να χρησιμοποιείς έξυπνα και όσο το δυνατό πιο στοχευμένα για να μην ξεμείνεις στο μέσο της μάχης.

Δυστυχώς, κληρονομήσαμε ένα μεγάλο δημόσιο χρέος, και συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τη σημαντική πρόκληση του τραπεζικού τομέα και των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων. Παρά την σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, οι παθογένειες που κληρονομήσαμε καθιστούν την προσπάθεια μας ακόμη πιο δύσκολη. Αναγκαστικά αυξήσαμε περεταίρω το δημόσιο χρέος ούτως ώστε να είμαστε σε θέση να έχουμε εφόδια για να απορροφήσουμε τους κραδασμούς της ιδιωτικής οικονομίας, ενώ επιπτώσεις θα υπάρξουν και στις ΜΕΧ.

Οφείλουμε όμως σε αυτή τη διαχείριση να διαφυλάξουμε τόσο τη  βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών όσο και την πορεία μείωσης των ΜΕΧ. Δεν πρέπει να διακινδυνεύσουμε αυτή η κρίση να μετεξελιχθεί σε κρίση χρέους ή σε νέα τραπεζική κρίση. Και δυστυχώς στο σημερινό ιδιαίτερα τοξικό και δημαγωγικό πολιτικό περιβάλλον, πολλές από τις προτάσεις που προβάλλονται από κάποιους ως λύσεις για την οικονομική κρίση, θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια είτε σε μια νέα κρίση χρέους, είτε σε μια νέα τραπεζική κρίση ή και τα δύο. Και είναι νωπές οι μνήμες του παρελθόντος.  

Ένα δίδαγμαπου σίγουρα πρέπει να αντλήσουμε και από αυτή την κρίση, είναι η σημασία να έχουμε γερό οπλοστάσιο. Τόσο σε επίπεδο δημοσιονομικής πολιτικής όσο και σε επίπεδο χρηματοοικονομικής πολιτικής.   

Αν δεν δημιουργούσαμε τα τελευταία χρόνια δημοσιονομικά αποθέματα και αντοχές και αν δεν αναβαθμιζόταν η οικονομία της Κύπρου στην επενδυτική βαθμίδα, δεν θα είχαμε τα εφόδια να διαχειριστούμε σωστά αυτή την κρίση.

Όπως δεν είχαμε τα εφόδια να διαχειριστούμε την κρίση του 2013 αφού στην περίοδο 6 χρόνων που προηγήθηκε, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 35 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και η Κύπρος τέθηκε εκτός αγορών, καθιστώντας αδύνατη την παρέμβαση του κράτους προς αποφυγή της απομείωσης των καταθέσεων.

Σε σχέση με τις ΜΕΧ στον τραπεζικό τομέα, παρά την πολύ σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, με συνολική μείωση των ΜΕΧ κατά 23 δις Ευρώ σε απόλυτους αριθμούς ή σε ποσοστό κατά 75,5%, η προσπάθεια θα πρέπει να συνεχιστεί. Παρά το γεγονός ότι η θέση ρευστότητας των τραπεζών αλλά και η κεφαλαιουχική τους επάρκεια παραμένει ισχυρή, δεν αποκλείεται επίσης να παρατηρηθούν εκ νέου πιέσεις στο τραπεζικό μας σύστημα λόγω της πανδημίας. Ως εκ τούτου, είναι τεράστιας σημασίας η διαφύλαξη ενός σταθερού νομικού πλαισίου μείωσης των ΜΕΧ παράλληλα με την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού πλαισίου αφερεγγυότητας. Οποιεσδήποτε σκέψεις γίνονται προς αναστολή ή αποδυνάμωση αυτού του πλαισίου, περισσότερο ζημιά θα δημιουργήσουν παρά ουσιαστικό όφελος.

Κάνοντας λόγο για το τραπεζικό σύστημα δεν μιλάμε ούτε για τους μετόχους ούτε για τους τραπεζίτες. Μιλάμε για τους καταθέτες και τις εξοικονομήσεις μας. Είναι αυτά που οφείλουμε να προστατεύσουμε.

Φίλες και φίλοι,

Γίνεται πολλής λόγος για το «μοντέλο ανάπτυξης» της κυπριακής οικονομίας, την εξάρτηση του στον τομέα των ακινήτων, και τον τερματισμό του ΚΕΠ.

Συμφωνώ ότι το μοντέλο ανάπτυξης μας θα πρέπει να ενισχυθεί και θα ενισχυθεί περισσότερο και έχω εργαστεί για αυτό. Θα πρέπει να δώσουμε περισσότερη έμφαση σε αρκετούς τομείς της οικονομίας. Όπως για παράδειγμα στην πράσινη οικονομία, στην υψηλή τεχνολογία, αλλά και στην εν πολλοίς υποτιμημένη γεωργία. Ο προϋπολογισμός μάλιστα του 2021, περιλαμβάνει για πρώτη φορά τόσο μεγάλες παρεμβάσεις σε τομείς όπως η πράσινη οικονομία, και ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Θα πρέπει να γίνουν περισσότερα. Όπως θα πρέπει να δώσουμε και περισσότερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στοχεύοντας και βελτιώνοντας τους σχετικούς δείκτες, ενώ η οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει δομικές αδυναμίες.

Αυτήν την προσπάθεια συνεχίζουμε, σε συνεργασία με το Συμβούλιο Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας αλλά και με τον ιδιωτικό τομέα και την ακαδημαϊκή κοινότητα, για την προώθηση της δημιουργίας ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου για την Κύπρο του 2035.

Τούτων λεχθέντων, θέλω να υπογραμμίσω ότι η οικονομία της Κύπρου σήμερα δεν είναι μονοδιάστατη. Η παραγωγική βάση έχει διευρυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Απόδειξη αποτελεί η άνθηση και η προστιθέμενη αξία των δημόσιων αλλά και ιδιωτικών πανεπιστημίων και της πανεπιστημιακής κοινότητας, και η σημαντική τους συνεισφορά σε ένα άλλο νέο πολύ αναδυόμενο στην Κύπρο τομέα.  Τον τομέα της Έρευνας και Ανάπτυξης ο οποίος ξεκίνησε πριν λίγα χρόνια από το μηδέν και κάνει άλματα προόδου. Βλέπουμε ακόμη να υπάρχουν σημαντικές επενδύσεις στον τομέα των νεοφυών επιχειρήσεων (start-ups), αλλά και του τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Παράλληλα έχουμε δει να αναδεικνύονται και άλλοι πολύ υποσχόμενοι τομείς όπως ο τομέας των επενδυτικών ταμείων o οποίος σημείωσε θεαματική άνοδο τα τελευταία χρόνια. Ακόμη και στον τομέα των κινηματογραφικών ταινιών άρχισαν να γίνονται σημαντικά βήματα με ξένες παραγωγές στον τόπο μας και  η προοπτική όπως η Κύπρος καταστεί ως χώρα γυρισμάτων διεθνούς εμβέλειας ταινιών είναι περισσότερο από ορατή.

Ακόμη και ο τουρισμός έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν, η τουριστική περίοδος έχει επιμηκυνθεί σημαντικά, ενώ υπάρχει στρατηγική περεταίρω διαφοροποίησης του τουριστικού προϊόντος. Το γεγονός ότι το ποσοστό συνεισφοράς του στο ΑΕΠ έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια παρά τις συνεχείς αυξήσεις σε αφίξεις και έσοδα, καταδεικνύει ακριβώς τη διεύρυνση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας.

Αυτά είναι μόνο κάποια παραδείγματα σε τομείς που αναδείχθηκαν. Και αναδείχθηκαν λόγω συγκεκριμένων κυβερνητικών πολιτικών και σχεδίων, και όχι αυτόματα.

Και οι πολιτικές μας δεν ήταν χωρίς αντίσταση. Θα αναφερθώ σε ένα μόνο παράδειγμα. Από τη θητεία μου ως Υφυπουργός παρά τω Προέδρω, πήρα την πρωτοβουλία, σε μια προσπάθεια αλλαγής του αναπτυξιακού μας μοντέλου, την προώθηση νομοθετικού πλαισίου για τη δημιουργία University Spin- offs. Παράλληλα με άλλες πολιτικές που προωθούσαμε και αφορούσαν την ανάπτυξη των πανεπιστημίων αλλά και την προώθηση της έρευνας και καινοτομίας, ήταν επάναγκες να μπορούν τα δημόσια πανεπιστήμια να συμμετέχουν ή να ιδρύουν επιχειρήσεις και οργανισμούς με σκοπό την αξιοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας. Κάτι το οποίο γίνεται σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, προσδίδοντας ώθηση αλλά και πραγματική προστιθέμενη αξία στην πανεπιστημιακή έρευνα, γεφυρώνοντάς την με την αγορά και την εμπορικότητα. Για αυτή την πρωτοβουλία συνεργαστήκαμε και εργαστήκαμε με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Μετά από εξωθεσμικές παρεμβάσεις, και διεξαγωγή ατέρμονων συζητήσεων στη Βουλή και την πάροδο αρκετού χρόνου, ψηφίστηκε ένα εξαιρετικά αποδυναμωμένο νομοθετικό πλαίσιο, που κρίθηκε ανεπαρκές από την ίδια την πανεπιστημιακή κοινότητα και δεν μπορεί να τύχει της δέουσας αξιοποίησης, αφαιρώντας και από την οικονομία την πραγματική προοπτική που θέλαμε να δώσουμε. Επικράτησε η λογική ότι η δουλειά των πανεπιστημιακών είναι να κάνουν μάθημα και όχι επιχειρήσεις, και ότι αυτό ενδεχομένως να υπέθαλπε τη διαφθορά. Αυτό ως ένα μόνο παράδειγμα της δυσκολίας της προσπάθειας για πραγματική αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης. 

Αυτό που θέλω να καταδείξω είναι ότι η κυβέρνηση από την αρχή έχει κάνει σοβαρές προσπάθειες αναθεώρησης του οικονομικού μοντέλου της Κύπρου, κάποιες έχουν αποδώσει, αλλού χρειάζεται πολύ περισσότερη προσπάθεια.

Η ταύτιση όμως της οικονομίας απόλυτα με την αγορά ακινήτων ή τον κατασκευαστικό τομέα είναι λάθος. Είναι ακόμη πιο λάθος ότι βασίζεται στο ΚΕΠ, του οποίου τη συνεισφορά ουδέποτε υποτίμησα, ειδικά σε σχέση με την αμέσως μετά το 2013 περίοδο και στην συνεισφορά του στη μείωση των ΜΕΧ αλλά και της δημιουργίας χιλιάδων θέσεων εργασίας. Αλλά και ουδέποτε υπερτίμησα. Ομολογώ μάλιστα ότι η επικέντρωση του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος στον τομέα των ακινήτων είχε επίσης αρχίσει να δημιουργεί και ανισορροπίες εις βάρος της εγχώριας ζήτησης.  

Θεωρώ όμως ότι δίνουμε λάθος εικόνα, και αδικούμε τις δυνάμεις της ίδιας μας της οικονομίας, αλλά και το πλέγμα σημαντικών κυβερνητικών πολιτικών, όταν υπάρχουν ισχυρισμοί ότι η οικονομία της Κύπρου βασίζεται σε αυτό το πρόγραμμα.

Όσον αφορά το ΚΕΠ επιτρέψτε μου να είμαι σαφής. Δεν πρόκειται να επανέλθει ούτε στην προηγούμενη του μορφή, αλλά ούτε και να προσομοιάζει με αυτό. Και αυτό δεν είναι κάτι ασαφές που επιδέχεται των όποιων ερμηνειών. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί ξανά ένα Σχέδιο το οποίο είναι συνδεδεμένο με κύρια χαρακτηριστικά του προηγούμενου Σχεδίου: την συστηματική χορήγηση ιθαγενειών έναντι προκαθορισμένου επίπεδου επένδυσης, χωρίς να απαιτείται δεσμός μεταξύ της χώρας και του επενδυτή, υπό τη μορφή μόνιμης διαμονής.

Τα εγγενή προβληματικά χαρακτηριστικά δηλαδή του Σχεδίου τα οποία το καθιστούσαν ευάλωτο σε καταχρήσεις αλλά και ενδεχομένως ελκυστικό σε αμφιβόλου αξιοπιστίας άτομα και όχι θεσμικούς επενδυτές. Είναι ακριβώς για αυτά τα χαρακτηριστικά, που η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάκρινε την Κύπρο, και όχι για σημαντικές για την οικονομία εξατομικευμένες ή θεσμικές επενδύσεις μεγάλης προστιθέμενης αξίας. Για αυτές τις επενδύσεις η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2019 αναφέρει ότι γίνονται στις πλείστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακόμη και έναντι πολιτογραφήσεων, χωρίς να είχε προκύψει για αυτήν κανένα θέμα.

Φίλες και φίλοι,

Αναφέρθηκα σε ένα ευρύ πλαίσιο προκλήσεων που αντιμετωπίζει η οικονομία αλλά και η χώρα. Θεωρώ όμως, δεδομένης και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, ότι είναι σημαντικό να αναφερθώ και σε μια άλλη πρόκληση που η κοινωνία αλλά και η οικονομία αντιμετωπίζει. Την άνοδο του λαϊκισμού. Και δεν αναφέρομαι στην έννοια του όρου όπως συχνά τον χρησιμοποιούμε προς αντικατάσταση της λέξης δημαγωγία, η οποία αποτελεί διαχρονικό φαινόμενο στη χώρα μας. Αναφέρομαι στην ερμηνεία της πολιτικής επιστήμης για τον όρο populism.

Σύμφωνα με Cas Mudde, λαϊκισμός είναι η ιδέα ότι η κοινωνία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στους «αγνούς ανθρώπους» και στην «διεφθαρμένη elite», ενώ ο Heywood, αναφέρει ως βασικό χαρακτηριστικό των λαϊκιστών τον ισχυρισμό ότι αυτοί υποστηρίζουν τους απλούς ανθρώπους της καθημερινότητας ενάντια στις διεφθαρμένες ελίτ, οικονομικής ή πολιτικής φύσεως. Την ερμηνεία αυτή υιοθετεί και το Foundation for European Progressive Studies, στην έρευνα που διεξάγει για την κατάσταση λαϊκισμού στην Ευρώπη, η οποία μάλιστα κατέδειξε ότι ο λαϊκισμός ευδοκιμεί σημαντικά και στην Κύπρο.

Σύμφωνα με τους μελετητές του θέματος, ο λαϊκισμός αφορά κόμματα, κινήματα, ή άτομα, τα οποία αυτοπροσδιορίζουν εαυτούς ως εκτός του «συστήματος», διαφοροποιώντας τον εαυτό τους από τους άλλους, διακηρύττοντας την ανάγκη για αλλαγή, συχνά με το να προωθούν το αίσθημα κρίσης, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως τη λύση για την κρίση. Υιοθετεί μάλιστα την σκανδαλολογία δήθεν προς αντιμετώπιση της διαφθοράς, ενώ στην πραγματικότητα αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά σκάνδαλα.  Ο λαϊκισμός είναι ένα φαινόμενο που εμπειρικά ευδοκιμεί σε κρίσεις, εκμεταλλευόμενος το θυμό και τις ανησυχίες των πολιτών.

Ο λαϊκισμός δεν είναι κάτι άγνωστο για την Ευρώπη. Στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, μέχρι την πρώτη δεκαετία του αιώνα υπήρχαν αρκετά τέτοια φαινόμενα, με την πολιτική τους όμως επιρροή να είναι αρκετά περιορισμένη. Την τελευταία δεκαετία όμως, σε ένα αίσθημα γενικής απαξίωσης της πολιτικής, λαϊκιστές πολιτικοί και κόμματα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική αλλά και αλλού, κατάφεραν να ανέλθουν σε θέσεις εξουσίας, με ομολογουμένως πολύ αρνητικά αποτελέσματα για τις χώρες και τις κοινωνίες, στις οικονομίες αλλά και την ίδια τη δημοκρατία.

Στην Κύπρο η κοινωνία είναι δικαίως αγανακτισμένη, θα έλεγα ακόμη και θυμωμένη. Από κρούσματα διαφθοράς και εν γένει συμπεριφορές εμάς των πολιτικών, αλλά και τις παθογένειες του πολιτικού και του οικονομικού κατεστημένου τις οποίες δεν είναι πια διατεθειμένη να ανεχτεί.  

Αυτό κατά την άποψη μου, δημιουργεί – ορθώς ενδεχομένως – ένα ιδιαίτερα ρευστό πολιτικό σκηνικό, επανατοποθετώντας το σε ένα μεταβατικό στάδιο και σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η αλλαγή θα επέλθει είτε μέσω του δρόμου του λαϊκισμού, που σύμφωνα με τον Καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη «καλλιεργεί μια ισοπεδωτική νοοτροπία – και εκείνο το ενσυνείδητα μακιγιαρισμένο – και καταπολεμείται ως «ελίτ» και «αντιλαϊκή» οποιαδήποτε ποιοτική διαφοροποίηση μέσα στη λαϊκίστικη γενική ισοπέδωση», είτε με τον πιο δύσκολο αλλά και πιο επωφελή δρόμο, αυτό της μετεξέλιξης μέσω του ορθολογισμού και των μεταρρυθμίσεων.

Αυτό που με λύπη παρατηρώ είναι ότι στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης εκλείπει ο ορθολογισμός. Είμαι σίγουρος ότι ο ρόλος της  πανεπιστημιακής κοινότητας στο μέλλον και ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, θα είναι καθοριστικός ούτως ώστε η χώρα να πορευθεί με βάση τον ορθολογισμό και την παραγωγή πραγματικών και επωφελών για τη χώρα πολιτικών.

--------------------------