Τελευταίες Ειδήσεις

Ανακοινωθέντα

12-06-2019 14:10

Νεότερα στοιχεία εγκληματολογικών στατιστικών: 2016-2017

Στατιστικές Αστυνομίας

Υποθέσεις Σοβαρών Αδικημάτων

Κατά το 2016, 5.236 υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία, εκ των οποίων οι 5.215 καταγράφηκαν ως πραγματικές υποθέσεις, ενώ το 2017 καταγγέλθηκαν 5.228 υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων, εκ των οποίων οι πραγματικές υποθέσεις που καταγράφηκαν αριθμούσαν 5.173. Τόσο κατά το 2016 όσο και κατά το 2017 την πρώτη θέση στα σοβαρά αδικήματα κατέχει η ομάδα αδικημάτων κατά της περιουσίας με 53,8% και 49,8% αντίστοιχα και στη δεύτερη θέση ακολουθούν τα αδικήματα που παραβλάπτουν το κοινό γενικά με 15,8% και 18,5% αντίστοιχα. Ο δείκτης σοβαρού εγκλήματος (ή δείκτης της εγκληματικότητας), ανά 100.000 κατοίκους, υπολογίστηκε σε 614 το 2016 και σε 601 το 2017, σε σύγκριση με 702 το 2015.

 

 

 Θύματα

Στις 5.215 πραγματικές υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων το 2016, καταγράφηκαν 5.705 θύματα, εκ των οποίων τα 1.288 ήταν νομικά πρόσωπα. Από τα 4.417 φυσικά πρόσωπα, ποσοστό 76,5% ήταν Κύπριοι, 10,6% ήταν υπήκοοι χωρών της ΕΕ-28, ενώ 7,9% ήταν υπήκοοι χωρών εκτός ΕΕ-28. Κατά το 2017, στις 5.173 υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων, καταγράφηκαν 5.373 θύματα, εκ των οποίων τα 1.468 ήταν νομικά πρόσωπα. Από τα 3.905 φυσικά πρόσωπα, ποσοστό 77,7% ήταν Κύπριοι, 9,7% ήταν υπήκοοι χωρών της ΕΕ-28, ενώ 7,7% ήταν υπήκοοι χωρών εκτός ΕΕ-28. Και τις δύο χρονιές, το ένα στα δύο νομικά πρόσωπα υπήρξαν θύματα της ομάδας αδικημάτων που παραβλάπτουν το κοινό γενικά, ενώ από τα φυσικά πρόσωπα, οι δύο στους τρεις υπήρξαν θύματα της ομάδας αδικημάτων κατά της περιουσίας.

Παραβάτες (Σύνολο) που ενέχονται σε Σοβαρά Αδικήματα

Συνολικά 5.040 παραβάτες ενέχονταν στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων κατά το 2016. Από τους 5.033 που ήταν φυσικά πρόσωπα οι 572 ήταν γυναίκες (11,4%), γεγονός που καταδεικνύει ότι η συμμετοχή των γυναικών στο σοβαρό έγκλημα παραμένει συγκριτικά χαμηλή σε σχέση με εκείνη των ανδρών. Τα κυριότερα αδικήματα που διέπραξαν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες ήταν αδικήματα κατά της περιουσίας (37,2% των γυναικών παραβατών και 41,4% των ανδρών). Σε ό,τι αφορά στην υπηκοότητα των δραστών που ήταν φυσικά πρόσωπα, 54,1% ήταν Κύπριοι και 24,6% ήταν υπήκοοι χωρών της ΕΕ-28. Περίπου τα ίδια δεδομένα παρουσιάζονται και κατά το 2017. Συνολικά 5.071 παραβάτες ενέχονταν στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων. Από τους 5.039 που ήταν φυσικά πρόσωπα, οι γυναίκες αποτελούσαν το 9,3%, ενώ 50,7% του συνόλου ήταν Κύπριοι και 28,7% ήταν υπήκοοι χωρών εκτός ΕΕ-28. Τα κυριότερα αδικήματα που διέπραξαν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες ήταν αδικήματα κατά της περιουσίας (31,6% και 37,6% αντίστοιχα).

Εγκληματικότητα Ανηλίκων

Κατά το 2016, συνολικά 131 ανήλικοι ενέχονταν στη διάπραξη αδικημάτων, εκ των οποίων οι 18, ή ποσοστό της τάξης του 13,7%, ήταν κορίτσια. Οι 99 ανήλικοι ενέχονταν σε σοβαρά αδικήματα ενώ οι 32 σε μικροαδικήματα. Σε ό,τι αφορά στην υπηκοότητα των ανήλικων παραβατών που ενέχονται τόσο σε σοβαρά όσο και σε μικροαδικήματα, ποσοστό της τάξης του 71,0% ήταν Κύπριοι, ενώ 12,2% ήταν υπήκοοι χωρών της ΕΕ-28. Κατά το 2017, συνολικά 107 ανήλικοι ενέχονταν στη διάπραξη αδικημάτων, εκ των οποίων οι 5 ήταν κορίτσια (4,7%). Οι 66 ανήλικοι ενέχονταν σε σοβαρά αδικήματα ενώ οι 41 σε μικροαδικήματα. Σε ό,τι αφορά στην υπηκοότητα των ανήλικων παραβατών που ενέχονται τόσο σε σοβαρά όσο και σε μικροαδικήματα, ποσοστό της τάξης του 81,3% ήταν Κύπριοι και 11,2% ήταν υπήκοοι χωρών της ΕΕ-28.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Ποινική Διαδικασία

Ο αριθμός των προσώπων που προσάχθηκαν στο δικαστήριο και των οποίων οι υποθέσεις εκδικάστηκαν κατά το 2016 ανήλθε σε 82.891, εκ των οποίων οι 66.261 ήταν άνδρες και οι 16.630 γυναίκες. Οι αντίστοιχες τιμές για το 2017 ήταν 70.960 (57.021 άνδρες και 13.939 γυναίκες), σημειώνοντας μείωση της τάξης του 14,4%. Ο λόγος του αριθμού των προσώπων που καταδικάστηκαν προς τον αριθμό των προσώπων που προσάχθηκαν σε δίκη υπολογίστηκε σε 0,55, το 2016 και σε 0,61 το 2017.

 

 

Το ποσοστό των γυναικών στο σύνολο των προσώπων που προσάχθηκαν σε δίκη αυξήθηκε διαχρονικά από 7,2% το 1976, σε 15,1% το 1990 και σε 17,1% το 2010. Το 2013 το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε σε 19,1%, το 2014 άγγιξε το 19,9%, το 2015 μειώθηκε στο 19,1%, ενώ το 2016 ανήλθε στο 20,1% και το 2017 στο 19,6%.

Καταδίκες

Ο συνολικός αριθμός των προσώπων που καταδικάστηκαν το 2017 ανήλθε σε 43.477, εκ των οποίων οι 34.752 ή ποσοστό της τάξης του 79,9% ήταν άνδρες. Το 2016 είχαν καταδικαστεί 45.324 πρόσωπα, εκ των οποίων οι 36.688 (ή ποσοστό 80,9%) ήταν άνδρες.

Αδικήματα

Κατά το 2017, τα πιο συνηθισμένα αδικήματα ήταν τα τροχαία για τα οποία καταδικάστηκαν το 56,6% των ανδρών και το 61,2% των γυναικών καταδικασθέντων. Οι αντίστοιχες τιμές για το 2016 είχαν ως εξής: 45,0% των ανδρών και 45,7% των γυναικών καταδικάστηκαν επίσης για τροχαία αδικήματα.

Ποινές

Το είδος της ποινής που επιβάλλεται ποικίλει ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και την ατομική ανάγκη ανάλογης μεταχείρισης του παραβάτη. Τόσο κατά το 2017 όσο και κατά το 2016, η συνηθέστερη ποινή που επιβλήθηκε από το δικαστήριο ήταν η χρηματική ποινή σε ποσοστό 94,0% και  94,4% των καταδικασθέντων αντίστοιχα.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΩΝ

Πληθυσμός των Φυλακών

Ο πληθυσμός των φυλακών την 1η Σεπτεμβρίου 2017 ανήλθε σε 625 πρόσωπα, 589 άνδρες και 36 γυναίκες, σε σύγκριση με 668 πρόσωπα το 2016, 614 άνδρες και 54 γυναίκες. Η συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων (96,5%) ήταν 21 ετών και άνω, ενώ 73,9% ήταν κατάδικοι και 26,1% υπόδικοι. Οι Κύπριοι κρατούμενοι αποτελούσαν ποσοστό της τάξης του 60,0% του συνόλου. Οι αντίστοιχες τιμές για το 2016 ήταν 614 άνδρες (91,9%) επί του συνόλου του πληθυσμού των φυλακών που είχε ανέλθει στα 668 πρόσωπα την 1η Σεπτεμβρίου 2016. Οι κρατούμενοι που ήταν 21 ετών και άνω αποτελούσαν το 96,7% του συνόλου, οι Κύπριοι το 58,2% ενώ οι κατάδικοι το 70,5%.

Εισδοχές Καταδίκων

Κατά το 2017, οι εισδοχές καταδίκων στη φυλακή ανήλθαν στους 727 (647 άνδρες και 80 γυναίκες), εκ των οποίων οι 505 άνδρες και οι 74 γυναίκες είχαν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα από τα Ποινικά Δικαστήρια και το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Τα αντίστοιχα στοιχεία για το 2016 ήταν 759 εισδοχές (652 άνδρες και 107 γυναίκες), εκ των οποίων οι 476 άνδρες και 93 γυναίκες είχαν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα. Οι υπόλοιποι είχαν καταδικαστεί για αδικήματα κατά του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, ή για τη μη εξόφληση προστίμου ή χρέους. Ο αριθμός των εισδοχών καταδίκων ανά 100.000 κατοίκους 16 ετών και άνω υπολογίστηκε σε 102 το 2017, σε σύγκριση με 108 το 2016. Ο αντίστοιχος δείκτης για κατάδικους για ποινικά αδικήματα ήταν 81 το 2017 καθώς και το 2016 επίσης.

Διάρκεια παραμονής στη Φυλακή

Οι πλείστες των ποινών που επιβλήθηκαν κατά το 2017 ήταν κάτω των 12 μηνών και κατά συνέπεια η διάμεση διάρκεια της ποινής φυλάκισης υπολογίστηκε στους 10,9 μήνες σε σύγκριση με 12,3 μήνες το 2016. Η πραγματική διάρκεια που παραμένει ο κρατούμενος στη φυλακή ωστόσο, είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που του επιβάλλεται με την ποινή, καθώς μειώνεται σε μεγάλο βαθμό με την παροχή της χάρης. Συνεπώς, η διάμεση διάρκεια παραμονής στη φυλακή για τους κατάδικους στο σύνολο, με βάση τις απολύσεις του 2017, ήταν 2,6 μήνες σε σύγκριση με 2,7 μήνες το 2016.

 

 

 Υπότροποι Κρατούμενοι

Από το σύνολο των εισδοχών καταδίκων κατά το 2017, οι πλείστοι (ή ποσοστό πέραν του 85%) δεν είχαν προηγούμενη καταδίκη σε φυλάκιση. Από εκείνους που είχαν στο παρελθόν εκτίσει τουλάχιστον μία ποινή φυλάκισης, ο ένας στους δύο είχαν επανεισαχθεί στη φυλακή μέσα σε περίοδο μικρότερη των 12 μηνών από την προηγούμενή τους απόλυση από τη φυλακή. Περαιτέρω, ποσοστό της τάξης του 50% είχαν καταδικαστεί για την ίδια ομάδα αδικήματος όπως και στην προηγούμενή τους ποινή φυλάκισης.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Ταυτότητα της Έρευνας

Η έρευνα εξετάζει το φαινόμενο της εγκληματικότητας στη χώρα διαχρονικά και καλύπτει τρεις άξονες: τις Στατιστικές Αστυνομίας, τις Στατιστικές Δικαστηρίων και τις Στατιστικές Φυλακών. Σύμφωνα με τις Στατιστικές Αστυνομίας, η ανάλυση βασίζεται μόνο σε ενέργειες ή πράξεις που θεωρούνται αδικήματα σύμφωνα με το Ποινικό Δίκαιο και καλύπτει μόνο τα σοβαρά αδικήματα που καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία και που διαπράχθηκαν από ενήλικες, καθώς και όλα τα αδικήματα (σοβαρά και μικροαδικήματα) που διαπράχθηκαν από νεαρά πρόσωπα (ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών και μικρότερα των 16 ετών). Σε ό,τι αφορά στις Στατιστικές Δικαστηρίων, τα στοιχεία αναφέρονται στο έτος κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η ποινική διαδικασία στο Δικαστήριο, δηλαδή το έτος κατά το οποίο έλαβε χώρα η προσαγωγή των υπόπτων και η απαγγελία κατηγορίας. Το εν λόγω έτος δεν είναι κατ’ ανάγκη και το έτος διάπραξης του αδικήματος. Όσον αφορά στις Στατιστικές Φυλακών, η ανάλυση καλύπτει τόσο κατάδικους όσο και υπόδικους. Τα στοιχεία των Στατιστικών Αστυνομίας για το έτος 2017 είναι προκαταρκτικά.

Ορισμοί

Σοβαρά Αδικήματα: Αξιόποινες πράξεις, απόπειρες ή παραλείψεις, οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με το Ποινικό Δίκαιο της χώρας.

Δείκτης Εγκληματικότητας: Υπολογίζεται από την αναλογία των πραγματικών υποθέσεων σοβαρών αδικημάτων που καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία, ανά 100.000 κατοίκους.

Κάλυψη και Συλλογή Στοιχείων

Η εν λόγω έρευνα βασίζεται σε στοιχεία από τρεις πηγές: την Αστυνομία, τα Δικαστήρια και τις Φυλακές. Ο πρώτος άξονας, «Στατιστικές Αστυνομίας», αποτελείται από τις ενότητες «Υποθέσεις», «Παραβάτες» και «Θύματα» και βασίζεται σε στοιχεία που εξασφαλίζονται μέσω διοικητικών αρχείων από την Αστυνομία.

Στην ενότητα «Υποθέσεις», παρουσιάζονται στοιχεία για τις υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων που καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία και πιο συγκεκριμένα, αναλυτικά στοιχεία ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος, καθώς και την ομάδα αδικημάτων ή το αδίκημα αναλυτικά. Σαν βασική στατιστική μονάδα θεωρείται η υπόθεση. Σημειώνεται ότι, σε αρκετές υποθέσεις, καταγγέλλονται πέραν του ενός αδικήματος, ωστόσο καταχωρείται μόνο το πιο σοβαρό αδίκημα σε κάθε υπόθεση.

Στην ενότητα «Θύματα», παρουσιάζονται στοιχεία για τα θύματα (νομικά και φυσικά πρόσωπα), των υποθέσεων σοβαρών αδικημάτων που καταγγέλλονται στην Αστυνομία όπως, μεταξύ άλλων, στοιχεία για την ηλικία, το φύλο και την υπηκοότητα του θύματος (φυσικά πρόσωπα) καθώς επίσης και για τη σχέση του θύματος με το θύτη. Σαν βασική στατιστική μονάδα θεωρείται το θύμα.

Στην ενότητα «Παραβάτες», παρουσιάζονται στοιχεία για το σύνολο των παραβατών, νομικά και φυσικά πρόσωπα. Όσον αφορά στα φυσικά πρόσωπα, καλύπτονται οι ενήλικες που ενέχονται στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων, αλλά και οι ανήλικοι που ενέχονται τόσο σε σοβαρά όσο και σε μικροαδικήματα. Μία πράξη που αποτελεί ποινικό αδίκημα όταν διαπράττεται από ενήλικα, ενδέχεται να μη θεωρηθεί αδίκημα όταν διαπράττεται από ανήλικο, καθώς αυτό καθορίζεται από την ηλικία της ποινικής ευθύνης, σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο μιας χώρας. Κάποιος παραβάτης που ενέχεται σε σοβαρά αδικήματα περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια ενός έτους, καταμετρείται ως δύο ή περισσότερα πρόσωπα (δηλ. καταμετρείται ως άλλος παραβάτης σε κάθε ξεχωριστή υπόθεση). Παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, στοιχεία για την ηλικία, το φύλο, και την υπηκοότητα των δραστών που είναι φυσικά πρόσωπα. Σαν βασική στατιστική μονάδα θεωρείται ο παραβάτης που ενέχεται.

Ο δεύτερος άξονας, «Στατιστικές Δικαστηρίων», παρουσιάζει στοιχεία για τις ποινικές δικαστικές στατιστικές. Βασίζεται σε στοιχεία που υποβάλλονται ετησίως από τα Επαρχιακά Δικαστήρια, τα Κακουργιοδικεία καθώς και από το Στρατιωτικό Δικαστήριο και καλύπτει ενήλικες και ανήλικους. Η βασική στατιστική μονάδα είναι η «περίπτωση» κατά την οποία ολοκληρώνεται η ποινική διαδικασία εναντίον του ατόμου.

Ο τρίτος άξονας, «Στατιστικές Φυλακών», βασίζεται σε μηνιαίες και τριμηνιαίες εκθέσεις των Κεντρικών Φυλακών. Σαν βασική στατιστική μονάδα θεωρείται ο κρατούμενος. 

 

Για περισσότερες πληροφορίες:

Ιστότοπος Στατιστικής Υπηρεσίας, υπόθεμα Έγκλημα

Επικοινωνία

Γεωργία Ιωάννου: Τηλ.: +35722602144, Ηλ. Ταχ.: gioannou@cystat.mof.gov.cy

(ΜΓ/ΕΙ)