Τελευταίες Ειδήσεις

Ανακοινωθέντα

05-11-2019 15:36

Ομιλία του Υπουργού Οικονομικών κ. Χάρη Γεωργιάδη στο Συνέδριο του «The Economist»

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Economist για την ευκαιρία, να χαιρετίσω την παρουσία του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, του φίλου Κλάους Ρέγκλιγκ τον οποίο θα ήθελα θερμά να ευχαριστήσω για τη συνεργασία και τη στήριξη και να μου επιτρέψετε να αναφερθώ πρώτα στην ευρωπαϊκή και διεθνή οικονομία, η οποία προφανώς έχει εισέλθει σε μια περίοδο επιβράδυνσης. Αυτή τη στιγμή ο ρυθμός ανάπτυξης στην Γερμανία είναι αρνητικός. Αναιμική παραμένει η ανάπτυξη και στις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, δηλαδή την Ιταλία, την Γαλλία και την Βρετανία. Γενικά, φαίνεται ότι μετά από κάποια χρόνια με αρκετά καλούς ρυθμούς, η ανάπτυξη ρίχνει ταχύτητα σε όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη, ενώ αυτή περίπου είναι και η εικόνα διεθνώς.

Βεβαίως, το ερώτημα που θέτουν οι διοργανωτές είναι συγκεκριμένο. Οδεύει η Ευρώπη προς μια νέα ύφεση; Να απαντήσω ότι από την στιγμή που εγείρεται καν τέτοιο ερώτημα, από τη στιγμή που αυτό είναι το αντικείμενο των συζητήσεων και των αναλύσεων, η πιθανότητα να επισυμβεί, ως επιβεβαίωση της προφητείας δηλαδή, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί.  

Κανείς, όμως, δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Ούτε καν οι οικονομολόγοι. Η πορεία της οικονομίας εξαρτάται ουσιαστικά από την μελλοντική ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία είναι απρόβλεπτη. Μπορούμε όμως να προβούμε σε κάποιες διαπιστώσεις και σε κάποιες εκτιμήσεις.

Και μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι δεν υπάρχει, ούτε κατά προσέγγιση, επανάληψη των ίδιων ανισοσκελιών και διαρθρωτικών αδυναμιών στις ευρωπαϊκές οικονομίες, που είχαν οδηγήσει στην άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008. Ούτε η κατάσταση των δημοσίων οικονομικών, ούτε αυτή του τραπεζικού συστήματος, ούτε και η δομή και διάρθρωση των ευρωπαϊκών οικονομιών δικαιολογεί την επιβράδυνση. Αντιθέτως, τα μέτρα που έχουν ληφθεί, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο τα τελευταία χρόνια, καθιστούν τις οικονομίες μας πιο ανθεκτικές.

Η δεύτερη, συνεπώς, διαπίστωση, είναι ότι οι λόγοι που οδηγούν στην επιβράδυνση είναι πολιτικοί. Σχετίζονται με την ένταση του προστατευτισμού, με την απροκάλυπτη αμφισβήτηση των ανοικτών αγορών και του ελεύθερου εμπορίου και με την εθνική περιχαράκωση που εκφράζεται από πολλούς και διάφορους, τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά, και στους οποίους περιλαμβάνεται πλέον και η σημερινή διακυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αυτές οι εμπορικές εντάσεις έχουν αρχίσει να έχουν αρνητικές επιπτώσεις, που αγγίζουν κυρίως τις οικονομίες που βασίζονται στην μεταποίηση και στις εξαγωγές. Και γενικότερα, δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας και κλονισμού της εμπιστοσύνης που είναι πάντοτε κακά νέα για την αναπτυξιακή προοπτική.

Μια άλλη διαπίστωση, είναι ότι σε περίπτωση επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης, δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά από το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής. Δύο είναι τα βασικά εργαλεία που έχουν στην διάθεση τους τα κράτη στην ενάσκηση οικονομικής πολιτικής, αυτό της δημοσιονομικής και αυτό της νομισματικής πολιτικής. Δεν λέω ότι υπήρχε διαφορετική επιλογή για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην οποία τα κράτη μέλη έχουμε εκχωρήσει την αρμοδιότητα της νομισματικής πολιτικής, πιθανώς δηλαδή η νομισματική χαλάρωση να ήταν μονόδρομος, αλλά με τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, προφανώς τα περιθώρια περαιτέρω τόνωσης της ανάπτυξης μέσω της νομισματικής πολιτικής έχουν εξαντληθεί.

Και αυτό ακριβώς αναδεικνύει τη σημασία του δεύτερου εργαλείου που έχουν στη διάθεση τους οι κυβερνήσεις, που δεν είναι άλλο από την δημοσιονομική πολιτική.

Πάντοτε θεωρούσα το δίλημμα της χαλαρής ή σφικτής διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών ως λανθασμένο. Το ίδιο άτοπη είναι και η συζήτηση υπέρ ή κατά της λιτότητας. Η δημοσιονομική πολιτική, όπως και η νομισματική πολιτική, είναι μέσο ενάσκησης πολιτικής, δεν είναι αυτοσκοπός και δεν είναι δόγμα. Πρέπει να δημιουργείς δημοσιονομικά περιθώρια στους καλούς καιρούς, όταν η οικονομία καταγράφει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να είσαι έτοιμος να τα χρησιμοποιήσεις όταν πρέπει, για να δώσεις αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι ευρωπαϊκοί κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης. Για να σπρώχνουν τα κράτη προς την κατεύθυνση της δημιουργίας περιθωρίων όταν υπάρχει η δυνατότητα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν όταν υπάρχει ανάγκη.

Το παράδοξο είναι ότι κάποια κράτη που έχουν τη δυνατότητα και έχουν και την ανάγκη, φαίνονται να διστάζουν. Θεωρώ πως πρέπει να αναθεωρήσουν την στάση τους, και να το κάνουν τώρα, πριν είναι πολύ αργά.

Στην Κύπρο βέβαια, στα χρόνια πριν από την κρίση, κάναμε ακριβώς το αντίθετο. Δεν χρησιμοποιήσαμε τα περιθώρια επειδή αυτά, πολύ απλά, δεν υπήρχαν. Τα είχαμε σπαταλήσει. Συνεπώς, οι προηγούμενες κυβερνήσεις δαπανούσαν λεφτά που δεν είχαν, θεωρώντας πως με τα δανεικά θα φέρνουμε την ανάπτυξη.  Τελικά, είχαμε το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα, το οποίο έγινε πιο οδυνηρό λόγω και του απότομου τερματισμού της πιστωτικής επέκτασης και της παροχής ρευστότητας εκ μέρους του τραπεζικού συστήματος το οποίο ακολουθούσε την δική του, εξίσου αλόγιστη πορεία.

Σήμερα, και για να απαντήσω στο ερώτημα εάν η Κύπρος είναι επαρκώς θωρακισμένη να αντιμετωπίσει ενδεχόμενη επιδείνωση, λόγο των εξωγενών παραγόντων που έχω περιγράψει, παραθέτω τα εξής:

  • Ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει ιδιαίτερα ικανοποιητικός, γύρω στο 3%. Οι τομείς των υπηρεσιών στους οποίους η οικονομία μας επικεντρώνεται, περιλαμβανομένου του τουρισμού, αποδεικνύονται, αυτή τη στιγμή, πιο ανθεκτικοί από την μεταποίηση. Πλησιάζουμε στην επίτευξη συνθηκών πλήρους απασχόλησης, κάτι που θα τονώσει την κατανάλωση, ενώ σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις είναι στα σκαριά και θα συνεχίσουν να στηρίζουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
  • Λειτουργούμε με το μεγαλύτερο δημοσιονομικό πλεόνασμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το 2019 θα είναι πέραν του 4%, και θα είναι σχεδόν τριπλάσιο από της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου που ακολουθούν. Αυτό το πλεόνασμα δεν είναι αποτέλεσμα υπερφορολόγησης, αλλά ελαφρύνσεων και κινήτρων που έδωσαν ώθηση στους παραγωγικούς τομείς και στην ανάπτυξη και μέσω της ανάπτυξης ενισχύθηκαν και τα δημόσια έσοδα. Είναι το περιθώριο ασφαλείας που έχουμε δημιουργήσει, το οποίο πρέπει προσεκτικά και υπεύθυνα να διαχειριστούμε, μέσω ενάσκησης πιο επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής,  σε περίπτωση που η επιβράδυνση αγγίξει τελικά και την χώρα μας.
  • Το τραπεζικό μας σύστημα έχει εξυγιανθεί σε ένα μεγάλο βαθμό και είναι σε θέση να προσφέρει χρηματοδότηση, και μάλιστα με αρκετά ελκυστικά επιτόκια, χωρίς όμως τις υπερβολές και τα λάθη του παρελθόντος. 
  • Υπάρχει μια ντουζίνα περίπου σημαντικών μεταρρυθμίσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα που είναι έτοιμες, έχουν εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και είναι ενώπιων της Βουλής. Τα περί μεταρρυθμιστικής  κόπωσης εκ μέρους της κυβέρνησης διαψεύδονται εκ των πράγματων. Εάν αυτές οι μεταρρυθμίσεις εγκριθούν από τη Βουλή, που το ελπίζω, θα εκσυγχρονίσουν το κράτος και την οικονομία μας, θα υποστηρίξουν την διευρύνση της παραγωγικής βάση και θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Σε βάθος χρόνου ασφαλώς.
  • Η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη προς τη χώρα μας έχει ενισχυθεί. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις διαδοχικές αναβαθμίσεις που μας έφεραν στην επενδυτική βαθμίδα, την άνετη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, και τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιούνται στην οικονομία μας.

Και να τονίσω ότι αυτές οι ξένες επενδύσεις έχουν πλέον υπόσταση, είναι πραγματικές επενδύσεις, με φυσική παρουσία και υπαρκτή οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο. Δεν είναι ούτε στη μορφή εταιρειών κέλυφος, ούτε και συνοδεύονται από υπερμεγέθεις ξένες καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα που περισσότερα προβλήματα, παρά όφελος, δημιουργούσαν. Αυτές είναι κακές πρακτικές που έχουμε αφήσουμε πίσω μας και πρέπει οριστικά να τις κρατήσουμε στο παρελθόν.  

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να αξιοποιήσω την ευκαιρία για να εκφράσω την θέση μου σε σχέση με το πρόγραμμα πολιτογράφησης ξένων επενδυτών, που βρίσκεται στο επίκεντρο δημόσιων συζητήσεων αυτές τις μέρες.

Να υποδείξω, πρώτα απ’ όλα ότι η σημασία του Προγράμματος στην οικονομία μας δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Το λέω αυτό επειδή διαπιστώνω ότι τόσο εκ μέρους υποστηρικτών του Προγράμματος, όσο και εκ μέρους όσων διαφωνούν, τείνει να δημιουργηθεί η εικόνα ότι περίπου εξαρτόμαστε από αυτό το Πρόγραμμα. Αυτό δεν ισχύει. Η συνολική επίπτωση του Προγράμματος είναι σίγουρα θετική αλλά σχετικά μικρή. Αλλά το κάθε τι που βοηθά την οικονομία μας και την δημιουργία θέσεων εργασίας είναι, θεωρώ, καλοδεχούμενο. Είναι εργαλείο προσέλκυσης επενδύσεων που αρκετά κράτη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χρησιμοποιούν και γι’ αυτό το έχουμε εφαρμόσει και στη χώρα μας.

Με τη βασική προϋπόθεση βέβαια, ότι αυτό πρέπει να λειτουργεί σε ένα πλαίσιο αξιοπιστίας και σωστού ελέγχου. Και εδώ πρέπει να παραδεχτούμε ότι στα αρχικά χρόνια της εφαρμογής του Προγράμματος, έγιναν και λάθη. Μεμονωμένα, αλλά όχι ασήμαντα. Αυτό πρέπει να το αναγνωρίζουμε, προφανώς αναλαμβάνουμε την ευθύνη, ενώ οι πιο ουσιαστικές διορθωτικές κινήσεις έχουν ήδη γίνει από τις αρχές του έτους.

Το Πρόγραμμα σήμερα λειτουργεί σε μια εντελώς διαφορετική βάση, με πολύ πιο αυστηρούς και αξιόπιστους ελέγχους και με συγκεκριμένα κριτήρια αποκλεισμού. Στο βαθμό μάλιστα που κάποιοι εμπλεκόμενοι από τον ιδιωτικό τομέα είχαν διαμαρτυρηθεί ότι το νέο αυστηρό πλαίσιο, έχει ουσιαστικά σκοτώσει το Πρόγραμμα. Προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτή την προσέγγιση, οι αυστηροί έλεγχοι επιβάλλονται και πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι το καλό όνομα και η φήμη της χώρας μας έχουν πολύ πιο μεγάλη αξία από την πώληση, ακόμη μιας έπαυλης.

Μετά από πέντε χρόνια ισχυρής ανάπτυξης, με την Κύπρο να βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση, πρέπει να έχουμε το θάρρος και την τόλμη να λάβουμε αποφάσεις, και να προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις  και πολιτικές, που θα αφορούν όχι μόνο το σήμερα αλλά και το αύριο της οικονομίας μας, στο πλαίσιο μιας ισχυρής ενωμένης Ευρώπης, σε συνθήκες ελεύθερου εμπορίου και ανοικτών αγορών.

(ΕΚ/ΕΙ)